Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2009

Ο πρώτος άθλος του Ηρακλή "Τα άλογα του Διομήδη"














ΔΑΡΚΕΙΑ: 00:07.50


Η πρώτη μεγάλη Πύλη άνοιξε διάπλατα και από μέσα ακούστηκε μια φωνή:

“Ηρακλή, γιέ μου, προχώρησε.

Να περάσεις μέσα από την Πύλη και να προχωρήσεις στο Δρόμο.

Να εκτελέσεις τον άθλο σου και να γυρίσεις πίσω σε μένα και να μου αναφέρεις, τι έκανες”.

Με κραυγές θριάμβου ο Ηρακλής όρμησε, τρέχοντας ανάμεσα στις στήλες της Πύλης, γεμάτος πίστη και σιγουριά για τη δύναμή του.

Έτσι, ξεκίνησε για τον πρώτο άθλο και η πρώτη μεγάλη πράξη υπηρεσίας άρχισε.

Η ιστορία αυτή αποτελεί διδασκαλία για τους Υιούς των ανθρώπων, που είναι Yιοί του Θεού.

Ο γιός του Άρη, ο φημισμένος Διομήδης, βασίλευε στη Χώρα πέρα από την Πύλη και εκεί έτρεφε άλογα και πολεμικές φοράδες, μέσα στους βάλτους της χώρας του.

Άγρια ήταν αυτά τα άλογα και θηριώδεις οι φοράδες και όλοι οι άνθρωποι έτρεμαν στο άκουσμά τους, γιατί αφάνιζαν τη χώρα,

- προκαλώντας μεγάλες ζημιές και

- σκοτώνοντας όλους τους υιούς των ανθρώπων που βρίσκονταν στο πέρασμά τους,

γιατί γεννούσαν όλο και πιο άγρια και μοχθηρά άλογα.

Πιάσε αυτές τις φοράδες και σταμάτησε το κακό”, ήταν η εντολή που αντήχησε στα αυτιά του Ηρακλή.

“Πήγαινε, λύτρωσε αυτή τη μακρινή χώρα και όσους ζουν σ’ αυτή.”

“Άβδηρε, έλα και βοήθησέ με σ’ αυτό το έργο”, φώναξε ο Ηρακλής,

καλώντας τον πολυαγαπημένο φίλο που πάντα τον ακολουθούσε όπου κι αν πήγαινε.

Και ο Άβδηρος ήρθε και πήρε θέση δίπλα στο φίλο του και μαζί του ανέλαβε το έργο.

Καταστρώνοντας με προσοχή τα σχέδια τους και οι δύο ακολούθησαν τα άλογα, που περιφέρονταν στις κοιλάδες και τους βάλτους της περιοχής εκείνης.

Τελικά, περιόρισε τις άγριες αυτές φοράδες σε ένα χώρο μέσα στον οποίο δεν μπορούσαν πια να κινηθούν και εκεί τις έπιασε και τις έδεσε.

Με αλαλαγμούς χαράς πανηγύρισε την επιτυχία του.

Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά του για την αξιοσύνη που έδειξε, ώστε πίστεψε ότι ήταν κατώτερο από την αξία του να κρατήσει ο ίδιος τις φοράδες ή να τις οδηγήσει στο Δρόμο για το Διομήδη.

Φώναξε το φίλο του λέγοντάς του: “Άβδηρε, έλα και οδήγησε αυτά τα άλογα μέσα από την Πύλη”.

Και έπειτα, κάνοντας μεταβολή, βάδισε περήφανα προς τα εμπρός.

Αλλά ο Άβδηρος

- ήταν αδύναμος και

- φοβήθηκε το έργο.

Δεν μπόρεσε να συγκρατήσει τις φοράδες ή να τις χαλιναγωγήσει ή να τις οδηγήσει μέσα από την Πύλη στα αχνάρια του φίλου του.

Αυτές στράφηκαν πάνω του, τον ποδοπάτησαν και τον ξέσκισαν.

Τον σκότωσαν και ξεχύθηκαν στους άγριους τόπους του Διομήδη.

- Σοφότερος

- φοβισμένος

- ταπεινωμένος και

- αποθαρρυμένος

ο Ηρακλής ξαναγύρισε στο έργο του.

Κυνήγησε πάλι τις φοράδες εδώ και εκεί, αφήνοντας το φίλο του νεκρό πάνω στο χώμα.

Μόνος του ξανάπιασε τα άλογα και τα οδήγησε μέσα από την Πύλη, ο Άβδηρος όμως ήταν νεκρός.

Ο Δάσκαλος τον κοίταξε με προσοχή και έστειλε τα άλογα σε τόπο ειρήνης για

- να εξημερωθούν και

- να καταπονηθούν στο έργο τους.

Ο λαός εκείνης της χώρας, απαλλαγμένος από το φόβο, καλωσόρισε τον ελευθερωτή, ζητωκραυγάζοντας τον Ηρακλή σαν Σωτήρα της χώρας.

Ο Άβδηρος όμως ήταν νεκρός.

Ο Δάσκαλος στράφηκε στον Ηρακλή και είπε:

“Ο πρώτος άθλος τελείωσε. Το έργο περατώθηκε, αλλά έγινε με άσχημο τρόπο.

- Πάρε το αληθινό μάθημα από το έργο σου αυτό και έπειτα

- προχώρησε για μεγαλύτερη υπηρεσία προς τους συνανθρώπους σου.

Πήγαινε στη χώρα που φρουρείται από τη δεύτερη Πύλη, για να βρεις και να πιάσεις τον ιερό Ταύρο μέσα στον Άγιο Τόπο”.

Ο ΘΙΒΕΤΑΝΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου